Άνοιγμα κυρίου μενού

Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

Inca < από τη γλώσσα των Κουετσούα: άρχοντας, βασιλιάς

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

Inca (en)

  1. (εθνικό όνομα) Ίνκα



Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ενικός πληθυντικός
Inca Incas

Inca (fr) αρσενικό ή θηλυκό

  1. (εθνικό όνομα) Ίνκα