Γερμανικά (de) Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

Grund 

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

Grund (de) αρσενικό

  1. ο λόγος, η αιτία
    es hat bestimmt einen Grund - σίγουρα έχει κάποιο λόγο
  2. το έδαφος
  3. ο βυθός
  4. η βάση