Άνοιγμα κυρίου μενού

Γερμανικά (de) Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

Gewalt 

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

Gewalt (de) θηλυκό (πληθυντικός: die Gewalten)

  1. η εξουσία
    die Gewalt des Geldes - η εξουσία του χρήματος
  2. η εξουσία
    die häusliche Gewalt gegen Frauen und Kinder - η οικογενειακή βία κατά των γυναικών και παιδιών
  3. η ορμή
    die Gewalt der Wellen - η ορμή των κυμάτων

  ΣυνώνυμαΕπεξεργασία