Άνοιγμα κυρίου μενού

Γερμανικά (de) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

Macht (de) θηλυκό

  1. δύναμη
  2. ισχύς

  ΣύνθεταΕπεξεργασία