Γερμανικά (de)Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

 

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

Ebene (de) θηλυκό

  1. η πεδιάδα
  2. (μεταφορικά) το επίπεδο
    auf angemessener Ebene - σε πιο κατάλληλο επίπεδο
  3. (μαθηματικά, φυσική) το επίπεδο