Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

Byzantine (en)

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

Byzantine (en)

  1. βυζαντινός
  2. υπερβολικά περίπλοκος, κατά τρόπο που να θυμίζει τη βυζαντινή διοίκηση
  3. μηχανορράφος, πανούργος ή ύπουλος

Άλλες γραφέςΕπεξεργασία