Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ὀρθρεύω < αρχαία ελληνική ὄρθρος + -εύω

  ΡήμαΕπεξεργασία

ὀρθρεύω

  1. ξυπνώ νωρίς το πρωί, πριν από την αυγή
     συνώνυμα: ὀρθρίζω
  2. επαγρυπνώ