Δείτε επίσης: έμμισθος
Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική ὁ, ἡ ἔμμισθος τὸ ἔμμισθον οἱ, αἱ ἔμμισθοι τὰ ἔμμισθα
Γενική τοῦ, τῆς ἐμμίσθου τοῦ ἐμμίσθου τῶν ἐμμίσθων τῶν ἐμμίσθων
Δοτική τῷ, τῇ ἐμμίσθῳ τῷ ἐμμίσθῳ τοῖς, ταῖς ἐμμίσθοις τοῖς ἐμμίσθοις
Αιτιατική τὸν, τὴν ἔμμισθον τὸ ἔμμισθον τοὺς, τὰς ἐμμίσθους τὰ ἔμμισθα
Κλητική ἔμμισθε ἔμμισθον ἔμμισθοι ἔμμισθα
Πτώσεις Δυικός
Ονομαστική-Αιτιατική-Κλητική ἐμμίσθω
Γενική-Δοτική ἐμμίσθοιν

  Ετυμολογία

επεξεργασία
ἔμμισθος < ἐν + μισθός < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *misdʰós < *mey (αλλάσσω, ανταλλάσσω)

  Επίθετο

επεξεργασία

ἔμμισθος

  1. μισθοδοτούμενος, έμμισθος
  2. πληρωμένος

Συγγενικά

επεξεργασία