Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ἐξεζητημένως < ἐξεζητημένος, μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος ἐκζητέω

  ΕπίρρημαΕπεξεργασία

ἐξεζητημένως