Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ἄφιλος < α στερητικό και φίλος


  ΕπίθετοΕπεξεργασία

ἄφιλος

  1. άφιλος, μόνος, αξιοθρήνητος, εγκαταλελειμμένος, δυστυχής
    • δέχεσθαι δ᾽ οὔτε συλλύειν τινά. πάντων δ᾽ ἄτιμον κἄφιλον θνῄσκειν χρόνῳ κακῶς ταριχευθέντα παμφθάρτῳ μόρῳ (:κανένας δεν τον δέχεται ούτε τον βοηθάει να δώσει τέλος. Και περιφρονημένος από όλους, άφιλος, πεθαίνει -Αισχύλος)
  2. μισητός, εχθρικός, που κανείς δεν τον αγαπά ή που κανείς δεν τον θέλει, όλοι τον αποφεύγουν (όσο μπορούν)
    • τό τε κατάμεμπτον ἐπιλέλογχε πύματον ἀκρατὲς ἀπροσόμιλον γῆρας ἄφιλον, ἵνα πρόπαντα κακὰ κακῶν ξυνοικεῖ (και σαν να μην έφταναν όλα αυτά, από πάνω έρχονται και εκείνα που όλοι τα κατηγορούν, φέρνοντας αδυναμία, τα ακοινώνητα γηρατειά, τα άφιλα, που μέσα τους συγκατοικούν όλα μαζί τα χειρότερα κακά -Ο Οιδίποδας του Σοφοκλή, 1235, επί Κολωνώ)