Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ἀποδιδράσκω < ἀπο- + διδράσκω

  ΡήμαΕπεξεργασία

ἀποδιδράσκω

  1. δραπετεύω
  2. λιποτακτώ
  3. ξεφεύγω
  4. αποφεύγω

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΠηγέςΕπεξεργασία