Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ἀπαιτέω < ἀπό + αἰτέω

  ΡήμαΕπεξεργασία

ἀπαιτέω - ἀπαιτῶ (συνηρημένο)