Ρωσικά (ru) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

бабушка < χαϊδευτικό για το ба́ба (« γριά »)

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈba.buʃ.ka/
бабушка 

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

бабушка (ru) θηλυκό

  1. η γιαγιά