Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Κλιτικός τύπος επιθέτουΕπεξεργασία

όμορφου

  1. (αρσενικό) όμορφος, στη γενική του ενικού
  2. ουδέτερο του όμορφος, στη γενική του ενικού