Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Κλιτικός τύπος ουσιαστικούΕπεξεργασία

ψαλμουδιές θηλυκό

  1. ψαλμουδιά, στην ονομαστική, την αιτιατική και την κλητική του πληθυντικού