Άνοιγμα κυρίου μενού

Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

χορωφελήτης < χορός + ὠφελέω

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

χορωφελήτης-ου αρσενικό

  1. που φέρνει το χορό στο κέφι