Ετυμολογία

επεξεργασία
χορηγέω < χορηγός (αρχικά για τις δαπάνες κατάρτισης χορού και μετά για άλλους λόγους)

χορηγέω-χορηγῶ

  1. είμαι χορηγός, κορυφαίος χορού
  2. είμαι χορηγός για τα έξοδα του χορού σε μια γιορτή της πόλης μου
    Θεμιστοκλῆς ἐχορήγει: Φρύνιχος ἐδίδασκεν: Ἀδείμαντος ἦρχεν
  3. είμαι χορηγός για διάφορες κρατικές δαπάνες που τις καλύπτω χωρίς να έχω εγώ άμεσο οικονομικό όφελος
    χορηγεῖν, τριηραρχεῖν, εἰσφέρειν
    χορηγοῦσιν μὲν οἱ πλούσιοι, χορηγεῖται δὲ ὁ δῆμος
  4. (μεταφορικά) εφοδιάζω χωρίς να υπάρχει στη μέση χορηγός
    κεχορηγημένον τό στρατόπεδον τοῖς ἐπιτηδείοις
    τοῖς ἐκτὸς ἀγαθοῖς κεχορηγημένος
    κάλλιστα κεχορηγημένος (άριστα εφοδιασμένος)
  5. (μεταφορικά) εντρυφώ, φροντίζω με το παραπάνω κάποιες ανάγκες μου
    χορηγείς ταῖς σεαυτοῦ ἡδοναῖς (Αισχύνης)
    ἀλλ᾽ οὐδὲ μὴν ὁ πλούσιος ἀφθόνως ταῖς ἐπιθυμίαις χορηγῶν (Λουκιανός)

Συγγενικά

επεξεργασία