Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Κλιτικός τύπος ουσιαστικούΕπεξεργασία

φράκτες αρσενικό

  1. φράκτης, στην ονομαστική, την αιτιατική και την κλητική του πληθυντικού