Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Κλιτικός τύπος ουσιαστικούΕπεξεργασία

φιλόσοφοι αρσενικό

  1. φιλόσοφος, στην ονομαστική και την κλητική του πληθυντικού