Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

φασκελώνομαι < παθητιή φωνή του φασκελώνω < σφακελώνω < σφάκελο < σφάκελος

  ΡήμαΕπεξεργασία

φασκελώνομαι

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία