Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

υλοποιώ < ελληνιστική κοινή ὑλοποιός

  ΡήμαΕπεξεργασία

υλοποιώ

  1. εκτελώ ένα σχέδιο, λαμβάνοντας συγκεκριμένα μέτρα ώστε να γίνει πραγματικότητα

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία