τόφου

  Ετυμολογία

επεξεργασία
τόφου < (άμεσο δάνειο) ιαπωνική 豆腐 (tōfu) (豆=φασόλια, 腐= σαπίζω) < κινεζική 豆腐 ή 荳腐 (dòufu)

  Ουσιαστικό

επεξεργασία

τόφου ουδέτερο άκλιτο

  • προϊόν που φτιάχνεται από το γάλα σόγιας παρομοίως με το τυρί από το γάλα αγελάδας, κατσίκας, κλπ., και που χρησιμοποιείται ευρεία στην κινέζικη κι ιαπωνική κουζίνα

Δείτε επίσης

επεξεργασία