Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

τρύχος < τρύχω

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

τρύχος ουδέτερο

  1. το ράκος, το κουρέλι, κάτι πολύ φθαρμένο


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία