Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Κλιτή μορφή ουσιαστικούΕπεξεργασία

τερεβινθέλαια ουδέτερο

  1. τερεβινθέλαιο, στην ονομαστική, την αιτιατική και την κλητική του πληθυντικού