Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

τέγγω <ομόρ. με το λατιν. tingo


  ΡήμαΕπεξεργασία

τέγγω υγραίνω, μουσκεύω, χύνω δάκρυα

«ῥεῖθροις δακρύων περιτέγγω τούς ὀφθαλμούς» Άννα Κομνηνή «Αλεξιάς»

Παράγωγες λέξειςΕπεξεργασία

ΑντώνυμαΕπεξεργασία