Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

συν Θεώ < σύν θεῷ (δοτική ενικού του θεός) → δείτε τις λέξεις συν και Θεός • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;  

  ΈκφρασηΕπεξεργασία

συν Θεώ

  • με τη βοήθεια του Θεού
    αύριο, συν Θεώ, θα επιστρέψουμε

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία