Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

συλλογικά < συλλογικός

  ΕπίρρημαΕπεξεργασία

συλλογικά

οι αποφάσεις λήφθηκαν συλλογικά

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  Κλιτικός τύπος επιθέτουΕπεξεργασία

συλλογικά