Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Κλιτικός τύπος ουσιαστικούΕπεξεργασία

σπήλια ουδέτερο

  1. σπήλιο, στην ονομαστική, την αιτιατική και την κλητική του πληθυντικού