Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

σιγοτραγουδώ < → λείπει η ετυμολογία

  ΡήμαΕπεξεργασία

σιγοτραγουδώ

  1. τραγουδώ με σιγανή φωνή ή ψιθυριστά

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία