Άνοιγμα κυρίου μενού

Πίνακας περιεχομένων

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ρηματικός τύποςΕπεξεργασία

σήκω

  1. β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος σηκώνομαι

  ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  • (έχω κάποιον) σήκω-σήκω κάτσε-κάτσε: επιβάλλομαι σε κάποιον, κάνει ότι του λέω

Ομώνυμα / ΟμόηχαΕπεξεργασία