Άνοιγμα κυρίου μενού

Πίνακας περιεχομένων

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) Επεξεργασία


  Ετυμολογία Επεξεργασία

σάτζιη < → Η ετυμολογία λείπει.

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

σάτζιη θηλυκό

  1. (κυπριακή διάλεκτος) Η σάτζιη ή το σάτζιν είναι κυρτό μεταλλικό σκεύος, το οποίο θερμαίνεται με φωτιά από το κοίλο μέρος, ενώ πάνω του, στο κυρτό του μέρος ψήνονται πίττες. Οι πίττες που φτιάχνονται πάνω στη σάτζιη, αποκαλούνται «καττιμέρκα της σάτζιης». Πάνω στη σάτζιη έψηναν επίσης και τις χυλόπιτες γνωστές ως «τρυπητές» καθώς και τις «λαγγόπιττες». Επίσης στη σάτζιη κατασκευάζουν και τα πουρέκια με χαλλούμι «χελλίμπουρεϊ». Η λέξη προέρχεται από την αραβική saj.


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία