Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Κλιτικός τύπος ουσιαστικούΕπεξεργασία

πρωτεύουσες θηλυκό

  1. πρωτεύουσα, στην ονομαστική, την αιτιατική και την κλητική του πληθυντικού