Ελληνικά (el)Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

προσκόπτω < αρχαία ελληνική προσκόπτω

  ΡήμαΕπεξεργασία

προσκόπτω, πρτ.: προσέκοψα, στ.μέλλ.: θα προσκόψω, αόρ.: προσέκοψα

  1. σταματώ επειδή συναντώ εμπόδιο, σκοντάφτω (με τη μεταφορική σημασία)
    Μια αξιέπαινη ροπή να συνενωθούν σε ενιαία μονάδα οι λαοί της Ευρώπης προσκόπτει σήμερα στην αδυναμία να συμπέσουν τα ατροφικά και τα υπερτροφικά σκέλη του πολιτισμού μας. (από την ομιλία που εκφώνησε ο Οδυσσέας Ελύτης κατά την απονομή του βραβείου Νόμπελ)

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία