Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Κλιτικός τύπος ουσιαστικούΕπεξεργασία

προλίνες θηλυκό

  1. προλίνη, στην ονομαστική, την αιτιατική και την κλητική του πληθυντικού