Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Κλιτικός τύπος ουσιαστικούΕπεξεργασία

πονοκέφαλοι αρσενικό

  1. πονοκέφαλος, στην ονομαστική και την κλητική του πληθυντικού