Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

περγέλι < τουρκική pergel < περσική پرگال (pargāl), پرگار (pargār)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

περγέλι ουδέτερο

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία