Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Κλιτή μορφή ουσιαστικούΕπεξεργασία

πάροικοι

  1. πάροικος, στην ονομαστική και την κλητική του πληθυντικού