Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ορίστε < ορίσατε, β' πληθυντικός προστακτικής αορίστου του ορίζω

  ΕπιφώνημαΕπεξεργασία

ορίστε

  1. όταν απαντάμε σε κάποιον που μας καλεί
    - Γιώργο, πού είσαι;
    - Ορίστε!
  2. όταν δίνουμε σε κάποιον κάτι που μας ζήτησε
    - Μου δίνετε σας παρακαλώ λίγο νερό;
    - Ορίστε!
  3. (σε ερώτηση) όταν δεν έχουμε ακούσει καλά κάτι που μας είπαν ή για να δηλώσουμε έμμεσα τη διαφωνία μας
    Ορίστε; Πώς είπατε;
  4. για να εκφράσουμε έκπληξη ή απογοήτευση
    Ορίστε μας τώρα, θα μας αρχίσει και η μικρή να έχει απαιτήσεις!
  5. Όταν προστάζουμε κάποιους να κάνουν κάτι (προστακτική του ορίζω) (συνήθως στα μαθηματικά)
    Ορίστε τα διαστήματα της συνάρτησης f.

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  Ρηματικός τύποςΕπεξεργασία

ορίστε

  1. β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ορίζω