Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ντορής < τουρκική doru

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ντορής αρσενικό

  1. όμορφο άλογο με κοκκινωπό τρίχωμα

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία