Άνοιγμα κυρίου μενού

Βικιλεξικό β

Πίνακας περιεχομένων

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) Επεξεργασία


  Ετυμολογία Επεξεργασία

νέι < τουρκική ney < περσική ساز

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

νέι ουδέτερο άκλιτο και νάι

  1. (μουσική) πνευστό μουσικό όργανο που μοιάζει με σχετικά μεγάλο καλαμένιο αυλό (φλογέρα) και χρησιμοποιείται στην περσική, αραβική, ελληνική και τουρκική έντεχνη μουσική

  Δείτε επίσης Επεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία