Ελληνικά (el)Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μπαμ, (ηχομιμητική λέξη)

  ΕπιφώνημαΕπεξεργασία

μπαμ

  • μίμηση ήχου κρούσης ή έκρηξης
    ※  Αλέξανδρος Κατακουζηνός (1864-1892), Ὁ λαγός [παιδικό ποίημα]
    Νύκτα ὁ λαγὸς ἐβγῆκε, / Λαχανόκηπον εὐρῆκε, / Μπαίνει μέσα καὶ ἀρχίζει, / Τὴν κοιλιά του νὰ γεμίζῃ.
    Δυστυχία του! παρέκει / Κυνηγὸς μὲ τὸ τουφέκι / Τὸν πτωχὸν παραμονεύει, / πλησιάζει καὶ σκοπεύει.
    Μπάμ! ἠκούσθη στὸν ἀέρα· / Πλὴν τὰ βόλια πῆγαν πέρα, / Καὶ τὸ ζῷο τὸ καϋμένο, / Ἐτινάχθη τρομαγμένο.
    Φεύγει ὁ λαγὸς ἀκόμα / Μὲ τὸ λάχανο στὸ στόμα, / Κ’ ἐδιδάχθη νὰ προσέχῃ, / Ποῦ ἐμβαίνει καὶ ποῦ τρέχει!
    Πανελλήνιος ανθολογία ήτοι απάνθισμα των εκλεκτοτέρων ελληνικών ποιημάτων, υπό Δημητρίου Κ. Κοκκινάκη, Εν Αθήναις, Εκ του τυπογραφείου Α. Ζ. Διαλησμά 1899. @greek-language.gr σελ.420 & 421

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

μπαμ ουδέτερο άκλιτο

  • ο παραπάνω ήχος
    ακούστηκε ένα μπαμ πολύ δυνατό
    έπαιξε εκείνο το ρόλο κι έκανε το μεγάλο μπαμ στην καριέρα της

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία