Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία


  Ετυμολογία Επεξεργασία

μάξι < από το βρετανικό συνθετικό "maxi" για το μεγάλο, σε αντίθεση προς το "mini"

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

μάξι

  • μακρύ ένδυμα, φόρεμα ή φούστα ή παλτό, που φτάνει μέχρι τους αστραγάλους


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία