Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία


  Ετυμολογία Επεξεργασία

μάθος < αρχαία ελληνική το μάθος (η μάθηση) < αόρ. του μανθάνω, ἔμαθον

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

μάθος ουδέτερο

  1. (παρωχημένο) η μάθηση


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία