Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Κλιτικός τύπος ουσιαστικούΕπεξεργασία

λουλουδίσματα ουδέτερο

  1. λουλούδισμα, στην ονομαστική, την αιτιατική και την κλητική του πληθυντικού