Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Κλιτικός τύπος ουσιαστικούΕπεξεργασία

λιθανθρακωρυχεία ουδέτερο

  1. λιθανθρακωρυχείο, στην ονομαστική, την αιτιατική και την κλητική του πληθυντικού