Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Κλιτικός τύπος ουσιαστικούΕπεξεργασία

λέξεως θηλυκό

  1. (λόγιο) λέξη, στη γενική του ενικού
    εναλλακτικά: λέξης
  2. (καθαρεύουσα) λέξις, στη γενική του ενικού