Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

λέβα < (άμεσο δάνειο) βουλγαρική лев

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

λέβα ουδέτερο άκλιτο και λεβ

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία