Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Κλιτικός τύπος ουσιαστικούΕπεξεργασία

κυτταρίτιδες θηλυκό

  1. κυτταρίτιδα, στην ονομαστική, την αιτιατική και την κλητική του πληθυντικού