Νέα ελληνικά (el)Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κατώτατα < κατώτατος +

  ΕπίρρημαΕπεξεργασία

κατώτατα

  1. σε κατώτατο σημείο
  2. με κατώτατο τρόπο

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία