Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Κλιτικός τύπος ουσιαστικούΕπεξεργασία

καταιγίδες θηλυκό

  1. καταιγίδα, στην ονομαστική, την αιτιατική και την κλητική του πληθυντικού